Τώρα το καλοκαίρι δίνονται συνήθως «οδηγίες προς τους λουομένους», δηλαδή οδηγίες για να μην πνίγεται κανείς…. Ωστόσο στα κανάλια της κοινωνικής ζωής, κάθε τόσο ακούμε κάποιον να φωνάζει : «Δεν βλέπεις ότι είμαι πνιγμένος ;… ότι πνίγομαι ;…» Πνιγμένος στα χαρτιά ο γραμματέας που παίρνει την αίτησή σου. Πνιγμένη και η προϊσταμένη στα τηλέφωνα… Πνιγμένος στους λογαριασμούς και τα χρέη, τα κέρδη ή στις ζημιές ο επιχειρηματίας. Πνιγμένος και ο κύριος υπουργός… Πνιγμένη η μαθήτρια στις ασκήσεις και στις ανόητες αποστηθίσεις. Πνιγμένος και ο καθηγητής στη δουλειά. Πνιγμένη και η κοπελιά που πήρε βάρος στους γοφούς. Πνιγμένος και ο διευθυντής στα συμβούλια… Πνιγμένη και πνιγμένος ο κάθε ένας στα προβλήματά του. Πελαγωμένος μέσα σε τόσους πνιγμένους ο κοινός άνθρωπος, αυτός που δεν έχει «πρόβλημα» γιατί συνήθισε να κολυμπάει καθημερινά μέσα στις δυσκολίες και στις φουρτούνες της ζωής και παρ’ όλα αυτά είναι συχνά διαθέσιμος να τρέξει να βοηθήσει κάθε πνιγόμενο στο «πέλαγος- πρόβλημα» μιας κουταλιάς νερού τις ποιο πολλές φορές. Οδηγίες προς τους κολυμβητές της κοινωνίας : Προσοχή! Όταν ακούτε πνιγόμενο να φωνάζει, μη βουτήξετε αμέσως σε βοήθεια γιατί κινδυνεύετε να σπάσετε το κεφάλι σας στα ρηχά νερά. Μην τρέξετε προς βοήθεια αν δεν είστε βέβαιοι πως οι «πνιγόμενοι» θέλουν πραγματικά να ξεπνιγούν – συνήθως ικανοποιούνται στο πνίξιμο γιατί έτσι μόνο θεωρούνται σπουδαίοι άνθρωποι, ως πνιγμένοι. Για αυτό μην βουτάτε απερίσκεπτα, πετάτε πρώτα σωσίβια…
Έχουν όλα ειπωθεί εκατό φορές Και μάλιστα καλύτερα από μένα Αν λοιπόν γράφω στίχους Είναι γιατί μ’ αρέσει Είναι γιατί μ’ αρέσει Είναι γιατί μ’ αρέσει Να μπαίνω στο ρουθούνι σας.
Το φθινόπωρο του επτακόσια Εξασφάλισα για τη θεία μου Ευφροσύνη Μίτικλος Έναν τίτλο αυλικής. Γιατί εκείνη την εποχή της παρακμής Μόνο οι γυναίκες του παλατιού έχαιραν υπόληψης στο Βυζάντιο.
Μόλις της αποδόθηκε η τιμή, ζήτησα ως αντάλλαγμα, Υφάσματα από κόκκινο βελούδο φερμένα από το Τουρκεστάν, φάλαρα διαμαντένια για την αγαπημένη μου φοράδα, άνθη ξεραμένα δύο αιώνες πριν, κιλίμια από το Βόσπορο, κηροπήγια αγορασμένα αντί σικάλεως στη Βασόρα : όλα όσα θα ομόρφαιναν το σπιτικό μου για να δεχθώ ευπρεπώς σ’ αυτό την Ευφροσύνη Μίτικλος.
Όλα μου τα αρνήθηκε το άσπλαχνο αρπακτικό. Ενώπιον του Μέγα Βασιλέα με κατηγόρησε για μισθαρνία, χρηματισμό, και σκαιότητα προς τους αγαπημένους γάτους του Αυτοκράτορα. Πεσμένη κατάχαμα στο σχήμα του σταυρού ορκίστηκε ότι είχα δηλητηριάσει τη γάτα που κοιμότανε πλάι στο στήθος του Κωνσταντίνου˙ με αφάνισε, με έριξε στον όχλο, ξεπλήρωσε με χολή όλη μου την αβρότητα για δαύτη.
Και καταδικάστηκα να αιωρούμαι από το λαιμό στο ποιο ψηλό καμπαναριό της μητρόπολης του Βυζαντίου. Θηλιά του απαγχονισμού έγινε το μακρύ βελούδο ύφασμα φερμένο από το Τουρκεστάν : κι εκεί ψηλά έμεινα, κυματίζοντας στα σύννεφα σαν λάβαρο της μάχης˙ τα παιδιά, στην πλατεία, ζητωκραύγαζαν θαρρώντας με, κόκκινο χαρταετό που κάποιος ύψωσε για να διασκεδάσουν. Χειροκροτούσαν αδιάκοπα, και έτσι γνώρισα, βουτηγμένος στη ταπείνωση, μια κατά λάθος ευχάριστη αποθέωση. Έφυγα από τον κόσμο εν μέσω επευφημιών, και η Ευφροσύνη Μίτικλος απόμεινε οριστικά ηττημένη. Εκεί στο μακρινό καμπαναριό του Βυζαντίου κυμάτιζε το φλάμπουρο περιστοιχισμένο χελιδόνια.
Κανείς δεν μπορεί να πει ότι δεν είχα ένα θάνατο ωραίο.
Ο γλυκός τραχανάς Ήταν κάποτε ένα φρόνιμο κοριτσάκι που ζούσε μόνο με τη μητέρα του και δεν είχανε πια τίποτε να φάνε. Έτσι βγήκε το παιδάκι έξω στο δάσος και εκεί συνάντησε μια γριά. Η γριά κατάλαβε τις δυσκολίες που πέρναγε το κοριτσάκι και την ανάγκη της και της χάρισε μια χύτρα μαγική. Σε αυτήν άμα έλεγες : «Χύτρα, βράζε», έβραζε καλό και γλυκό τραχανά, και άμα της έλεγες : «Χύτρα σταμάτα», αυτή σταματούσε να βράζει. Το κοριτσάκι πήγε κατευθείαν τη χύτρα στη μητέρα του στο σπίτι και έτσι γλύτωσαν από την φτώχεια και την πείνα και έτρωγαν γλυκό και νόστιμο τραχανά όποτε ήθελαν. Κάποια μέρα όμως που το κοριτσάκι είχε φύγει από το σπίτι, η μητέρα του είπε : «Χύτρα, βράζε». Η χύτρα έβρασε και η μητέρα έφαγε και χόρτασε. Ξέχασε όμως τη λέξη που έπρεπε να πει για να σταματήσει η χύτρα. Έτσι βράζει και βράζει η χύτρα και ο τραχανάς ξεχειλίζει και γεμίζει τη κουζίνα και το σπίτι ολόκληρο, αλλά και το διπλανό σπίτι και έπειτα το δρόμο ολόκληρο, σαν να ήθελε να χορτάσει τον κόσμο όλο. Και όλοι τάχουν χαμένα και κανένας δεν ξέρει πώς να βοηθήσει. Επιτέλους όμως, όταν πια μόνο ένα σπίτι απομένει, γυρίζει το κορίτσι και λέει : «Χύτρα σταμάτα» και αμέσως η χύτρα σταματάει. Και όσο για αυτούς που θέλουν να μπούνε στην πόλη, ελόγου τους έπρεπε να ανοίγουν δρόμο τρώγοντας.
Μια νύχτα του Νοέμβρη, σκοτεινή και κρύα, ο μαΐστρος φυσούσε μανιασμένα και τα πελώρια κύματα του Ωκεανού, σαν έρχονταν να σπάσουν πάνω στις γρανιτένιες σύρτες που καλύπτουν την ακτή, έκαναν τα κομματιασμένα ακρόκρημνα πότε να χάνονται κάτω από τα κύματα και πότε να ξεκόβονται μαυριδερά πάνω σ’ ένα στραφταλιστό αφρό. Ανάμεσα σε δύο γκρεμούς, που την προστάτευαν από τα αγκομαχητά της καταιγίδας, ορθωνόταν μια τρισάθλια καλύβα. Ωστόσο αυτό που έκανε την πρόσβαση της αληθινά φριχτή κι αποτροπιαστική, ήταν ένας σωρός από κόκαλα, κουφάρια αλόγων και σκύλων, αιματοβαμμένα πετσιά κι άλλα συντρίμμια, επαρκή σημάδια ότι ο ιδιοκτήτης εκείνου του χαμόσπιτου ήταν γδάρτης. Η πόρτα άνοιξε, κι ύστερα φάνηκε μια γυναίκα με το κορμί της τυλιγμένο μέσα σε μια μαύρη κάπα, που άφηνε ακάλυπτο μονάχα το κίτρινο και ρυτιδωμένο πρόσωπό της, σχεδόν κρυμμένο πίσω από τα γκρίζα τσουλούφια. Κρατώντας μια σιδερένια λάμπα με το ‘να χέρι, προσπαθούσε με το άλλο να προστατέψει τη φλόγα που στροβιλίζονταν στο φύσημα του ανέμου. - Πέν-Ουέτ! Πέν-Ουέτ! – φώναξε οργισμένα και επιτιμητικά. Πού είσαι καταραμένο παιδί ; Μα το Άγιο Παύλο! Δεν ξέρεις ότι ήρθε η ώρα που τα κακά πνεύματα της νύχτας θα βγούν σεργιάνι στην αμμούδα; Δεν ακούστηκε παρά το σύριγμα της καταιγίδας που η μάνητά της δυνάμωνε. - Πέν-Ουέτ! Πέν-Ουέτ!, φώναξε ξανά. Επιτέλους ο Πέν-Ουέτ άκουσε. Ο ηλίθιος ήταν καθισμένος ανάσκελα πλάι σε ένα σωρό κόκαλα, δίνοντάς τους τα πιο ποικίλα και τα πιο αλλοπρόσαλλα σχήματα. Γύρισε το κεφάλι, σηκώθηκε με ύφος δυσαρεστημένο, σα παιδί που αφήνει τα παιχνίδια του με βαριά καρδιά, και ξαναμπήκε στην καλύβα, δίχως να αφήσει από τα χέρια του ένα ωραίο αλογίσιο κεφάλι με λευκά και λεία κόκκαλα το οποίο είχε περί πολλού, κυρίως αφότου το γέμισε με βότσαλα που αντηχούσαν με τον ποιο ευχάριστο τρόπο όταν κούναγε αυτό το καινούργιο του όργανο. - Μπές μέσα λοιπόν, καταραμένε !, έσκουξε η μάνα του σπρώχνοντάς τον με τόση βία που το κεφάλι του χτύπησε πάνω στον τοίχο : το αίμα ανάβρυσε. Τότε ο ηλίθιος ξέσπασε στα γέλια, γέλια χαζά και σπασμωδικά, σκούπισε την πληγή με τα μακριά μαύρα μαλλιά του και έκανε να χωθεί κάτω από το μπουρί ενός πελώριου τζακιού. -Υβόν, Υβόν, συλλογίσου την ψυχή σου, αντί να σκορπάς το αίμα του παιδιού σου!, είπε ο γδάρτης,- δεν ακούς;… -Ακούω τον θόρυβο του κύματος που χτυπά πάνω στον βράχο, και το σύριγμα της θύελλας. - Πες καλύτερα την φωνή των πεθαμένων. Σήμερα είναι η ημέρα των νεκρών, γυναίκα και οι ναυαγισμένοι θα μπορούσαν να σύρουν τη ως το κατώφλι μας τη χειράμαξα του θανάτου, με τα λευκά σεντόνια και τα κόκκινα δάκρυά του, αποκρίθηκε ο γδάρτης με φωνή βαριά και τρεμάμενη. - Μπα τι έχουμε να φοβηθούμε ο Πέν-Ουέτ είναι ηλίθιος˙ δεν ξέρεις ότι τα κακά πνεύματα δεν ζυγώνουν ποτέ την στέγη που προστατεύει έναν τρελό ; Λοιπόν τι φοβάσαι ; -Τότε γιατί από το τελευταίο ναυάγιο εκείνης της μπρατσέρας που ξώκειλε στην ακτή, παρασυρμένη από τα απατηλά σινιάλα μας...γιατί με καίει ο πυρετός και βλέπω φριχτά όνειρα ; Φοβάμαι ! Άχ ! γυναίκα, γυναίκα, εσύ το θέλησες. -Πάντοτε φοβιτσιάρης. Χαράμι πάει τέτοια ζωή! Όλο το Σαίν –Πόλ έχει φρυάξει με τα χάλια σουκαι αν δεν ήμουν εγώ να τους λέω το ριζικό τους, που θα βρισκόμασταν τώρα ; Η είσοδος της εκκλησίας είναι για μας κλειστή˙ οι ψωμάδες μετά βίας είναι μας πουλάνε ψωμί. Ο Πέν-Ουέτ δεν πάει ποτέ στην πόλη δίχως να γυρίσει μαυρισμένος από τις γροθιές, ο δύσμοιρος ηλίθιος. Λοιπόν αν τολμούσαν θα μας καταδίωκαν σαν αγέλη λύκων˙ κι επειδή, μαζεύοντας τα φύκια από τα βράχια, απολαμβάνουμε ότι μας στέλνει το πνεύμα που εξουσιάζει τις θύελλες, εσύ γονατίζεις σαν καντηλανάφτης και χλομιάζεις σαν κορίτσι που, φεύγοντας απ’ το νυχτέρι, συναντά τον δαίμονα με τα τρία κεφάλια και τη φλογοβόλα του ματιά ! - Γυναίκα….. - Πιο φοβητσιάρης και από άνθρωπο της Κορνουάλης, είπε στο τέλος η Υβόν αγανακτισμένη. Κι έτσι, καθώς η πιο βαριά προσβολή που μπορεί κανείς να κάνει σε κάποιον από τη Λεόν είναι να τον παρομοιάσει με κάποιον από την Κορνουάλη, ο γδάρτης άρπαξε τη γυναίκα του από το λαρύγγι. - Μάλιστα, συνέχισε με φωνή βραχνή και πνιγμένη, πιο φοβητσιάρης και από ένα παιδί του κάμπου ! 0 γδάρτης εξοργίστηκε και ξεπέρασε κάθε όριο˙ άρπαξε ένα τσεκούρι, αλλά κι η Υβόν οπλίστηκε με ένα μαχαίρι. Ο ηλίθιος είχε ξεκαρδιστεί στα γέλια, σειώντας το αλογίσιο κεφάλι με τα βότσαλα που έβγαζαν ένα αλλόκοτο υπόκωφο θόρυβο.
Οι βασιλιάδες δεν αγγίζουν τις πόρτες. Μία τέτοια ευτυχία τους είναι άγνωστη : Να σπρώχνεις μπροστά σου απαλά ή βίαια μια μεγάλη γνώριμη σανίδα, να γυρίζεις πίσω, να την ξαναφέρνεις στη θέση της, να κρατάς στα χέρια σου μια πόρτα. ….Την ευτυχία να αδράχνεις με το πόμολο από πορσελάνη το ποιο μεγάλο εμπόδιο του δωματίου. Γρήγορη πάλη, σώμα με σώμα κι αφού κοντοσταθείς για μια στιγμή, απλώνεις το βλέμμα και όλο το σώμα καταχτά τον καινούργιο χώρο. Ένα φιλικό χέρι τη συγκρατεί ακόμη προτού την σπρώξει αποφασιστικά και κλείσει – και αυτό το κλίκ από το δυνατό και καλολαδωμένο σύρτη, ευχάριστη χαρίζει σιγουριά.
Οι συνταγές του πάτερ Γυμνάσιου (Λαυριώτου του καλογήρου)
Πονόματος : πλένουμε με κάτουρο αγελάδας το μάτι.
Ζοχάδες εξωτερικοί : Πέρνομε λίγο ζαμπούρι και το βάζομε μέσα σε ζεστή ψημένη μελιτζάνα και αφού βάλομε και λίγο σπίρτο καμινέτου, τη βάζομε στο πονεμένο μέρος. Σε λίγο βγάζομε τη μελιτζάνα και βάζομε πάγο.
Αιμοραγία μύτης : βάζουμε ένα χαρτί στον ουρανίσκο και ένα στην φτέρνα.
Σαπίτης (σάπισμα) : αφού πλήνωμεν το σαπισμένο μέρος με σαπουνάδα, κατόπιν αλοίφωμεν την πληγή με τη εξής αλοιφή : «Λουλάκι» «Ίσοπος» «Καραγάτς» και σκόνη από καμένο καύκαλο χελώνας. Θεραπεία 2 μήνες.
Πούντα : Ανακατεύουμε κοκκινοπίπερο με ρακί και κάνουμε 2-3 ημέρες εντριβάς, κατόπιν βαπτίζομεν ένα κομμάτι από άπλυτο μαλλί το οποίον περιφέρομεν είς ολόκληρο το σώμα.
Ένας κουβάς αναποδογυρισμένος Ήταν μια φορά κι ένα καιρό ένα φτωχό παιδί που δεν είχε πατέρα και μητέρα, γιατί όλοι τους είχαν πεθάνει, και κανέναν πια δεν είχε στον κόσμο. Όλοι είχανε πεθάνει και το παιδί είχε βγει και έψαχνε μέρα και νύχτα. Και αφού λοιπόν στην γη δεν είχε πια κανέναν, ήθελε να πάει στον ουρανό. Γυρνάει και βλέπει το φεγγάρι που κοίταζε τόσο καλοσυνάτο, μα όταν έφτασε εκεί είδε πως ήταν ένα κομμάτι από κούφιο ξύλο. Έπειτα πήγε στον ήλιο, μα είδε πως ήταν ένα μαραμένο ηλιοτρόπιο. Όταν έφτασε στα αστέρια, είδε πως ήταν μικρά, χρυσά κουνούπια στον ουρανό, κολλημένα όπως τα καρφώνει η σιταρήθρα στα αγριοδαμάσκηνα. Όταν θέλησε λοιπόν να γυρίσει στη γη , βλέπει ότι η γη ήταν ένας κουβάς αναποδογυρισμένος. Και ήταν το παιδί ολομόναχο. Και κάθισε κατάχαμα και έκλαψε. Και ακόμα εκεί κάθεται και είναι ολομόναχο.
BERGSON -Η ζωή είναι κάτι πλουσιότερο κάτι πλατύτερο και πρωταρχικότερο από την επιστήμη, που είναι το πολύ ένα κομμάτι της, όργανό της και υπηρέτρα της σε ορισμένες της ανάγκες. Η επιστήμη παραμορφώνει την έννοια της ζωής, δίνει στραβή εικόνα της και μας εμποδίζει να προσέξουμε τις πλούσιες δημιουργικές της πηγές. Για να σχηματίσουμε βαθύτερη γνώση, για να κάνουμε αληθινή φιλοσοφία, πρέπει να γλιτώσουμε από τη μονομέρεια και από τις συνήθειες που μας φόρτωσε η επιστημονική και γενικά η λογική εργασία και να βαθύνουμε στη ζωή όπως αυτή φανερώνεται στη συνείδησή μας, άμεσα και αυθόρμητα.
W.B.YEATS -Προσπαθώ να κρατάω τη φιλοσοφία μου μέσα σε τέτοιες κατηγορίες σκέψης ώστε στον ορισμό που δίνω του νερού να μπορώ να βάζω μέσα και κανένα χορταράκι ή λίγα ψάρια. Ποτέ στη ζωή μου δεν αντάμωσα εκείνο το απογυμνωμένο πλάσμα H2O. Μια ζωή που δεν την πιστεύω πως θα τη ζήσω? Και πώς να πιστέψω μία ζωή αποσπασματική ή δεκαδική και όχι ακέραιη ?
-Σαν τον Ανδαλουσιάνο που τον ρώτησαν αν είναι ο Γκομές ή ο Μαρτίνες και απάντησε ΄΄Το ίδιο κάνει, το θέμα είναι να περνάει η ώρα΄΄.
-Μια κυρία του καλού κόσμου αγάπησε παράφορα κάποιον κύριο Ντόντ , πουριτανό ιεροκήρυκα, και ζήτησε από τον άντρα της να τους επιτρέψει να χρησιμοποιήσουν το κρεβάτι για να φέρουν στον κόσμο έναν άγγελο ή έναν άγιο. Παρόλο όμως που η άδεια δόθηκε , το αποκύημα ήταν φυσιολογικό .
- Προχωρώντας προς το ικρίωμα, ο Λι Σού είπε αυτά τα λόγια στο γιό του : «Άχ να ‘μασταν στη Σάνγκ Τσάι, κυνηγόντας λαγούς με το άσπρο σκυλί μας…»
JORGE LUIS BORGES από το βιβλίο του «Σύντομες και παράξενες ιστορίες»
Μια μέρα, που ο Ταμερλάνος είχε οργανώσει αγώνες σκοποβολής, ο Ναστραδίν Χότζας καυχήθηκε πώς είναι άσσος ! Πήρε λοιπόν το τόξο και άρχισε να σκοπεύει. Ρίχνει την πρώτη, δεν πετυχαίνει και λέει ατάραχος: - Έτσι σκοπεύουν εκείνοι που κάνουν τον σπουδαίο τοξευτή ! - Ρίχνει την δεύτερη αλλά και πάλι το ίδιο αποτέλεσμα. Μα λέει ειρωνικά: - Έτσι σκοπεύουν οι γερασμένοι τοξότες ! Ρίχνει την Τρίτη και πετυχαίνει : - Έτσι, λέει, σκοπεύει ο Ναστραδίν Χότζας !
Ιστορίες του Ναστραδίν Χότζα
Ο Διογένης βλέποντας μια μέρα έναν τοξότη να ρίχνει και να ξαναρίχνει τα βέλη στο στόχο και να μην τον πετυχαίνει, πήγε και στάθηκε μπροστά στο στόχο λέγοντας: «Αυτό είναι το ποιο σίγουρο μέρος».
Ιστορίες του Διογένη
Ο τοξότης Γί ήταν επιτήδειος στο να πετυχαίνει και τον ποιο μικρό στόχο, αλλά ήταν αδέξιος στο να αποφεύγει τον έπαινο των ανθρώπων.
Ο μεταξοσκώληκας φτιάχνει λογής - λογής όμορφα πράγματα, μεταξωτά φουλάρια, μπλούζες και γραβάτες, βραδινά φορέματα και τα τοιαύτα, στη ζωή του ο μεταξοσκώληκας έχει κάνει πολλά πράγματα, πολύ ακριβά πράγματα για τους καλύτερους μόδιστρους και μια φορά γίνεται μεγάλη επίδειξη μόδας στου Κριστιάν Ντιόρ, είσοδος μόνο με προσκλήσεις, ντουζίνες αυτοκίνητα κουβαλάνε τους ποιο κομψευάμενους ανθρώπους απ’ όλα τα σημεία της γης, ο μεταξοσκώληκας τυχαίνει να περνάει από εκεί, θα πρέπει να είναι ενδιαφέρον, σκέφτεται, και σκαρφαλώνει τα σκαλιά, όμως εκεί, στο κεφαλόσκαλο, στέκεται ο πορτιέρης με τη μεγάλη στολή : έχετε πρόσκληση, κύριε ; Ο μεταξοσκώληκας δεν έχει πρόσκληση, που θα μπορούσε διάβολε να τη βρει ; δεν έχει καιρό να ασχολείται με προσκλήσεις, είναι πολύ απασχολημένος με την ύφανση όλων αυτών των ωραίων μεταξωτών, ξανακατεβαίνει λοιπόν τα σκαλιά, κάνει έναν άσκοπο περίπατο γύρω στην πλατεία κι έπειτα γυρίζει σπίτι και πέφτει νωρίς – νωρίς για ύπνο. Τι άλλο να κάνει με τόση δουλειά που τον περιμένει το πρωί.
«Κοίταξε γύρω σου» είπε ο πολίτης. «Αυτή η αγορά είναι η μεγαλύτερη στον κόσμο». «Και βέβαια δεν είναι», είπε ο ταξιδιώτης. «Καλά, ίσως όχι η μεγαλύτερη», είπε ο πολίτης, «αλλά οπωσδήποτε η καλύτερη». «Σίγουρα κάνεις λάθος», είπε ο ταξιδιώτης. «Να ξέρεις πως…» Με το σούρουπο έθαψαν τον ξένο.
Είμαι εναντίον κάθε τιμητικής διάκρισης από όπου και αν προέρχεται. Είμαι εναντίον των βραβείων γιατί μειώνουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Βραβεύω σημαίνει αναγνωρίζω την αξία κάποιου κατωτέρου μου – και κάποτε θα πρέπει να απαλλαγούμε από τη συγκατάβαση των μεγάλων. Είμαι εναντίον των χρηματικών επιχορηγήσεων, και κάθε φτωχοπρόδρομο που απλώνει το χέρι για παραδάκι τον περιφρονώ. Οι χορηγίες μεγαλώνουν τη μανία μας για διακρίσεις και τη δίψα μας για λεφτά, ξεπουλάνε την ανεξαρτησία μας. Είμαι εναντίον των λογοτεχνικών συντάξεων. Προτιμώ να πεθάνω στην ψάθα, παρά να αρμέγω το υπουργείο αφού το κράτος μας αρμέγει μια ολόκληρη ζωή. Και γιατί να αφήσω το κράτος να χωθεί ακόμη περισσότερο στη ζωή μου ; Είμαι εναντίον των σχέσεων με το κράτος και βρίσκομαι σε διαρκή αντιδικία μαζί του. Ποτέ μου δεν πάτησα σε υπουργείο και το καφκιέμαι. Είμαι εναντίον των εφημερίδων. Χαντακώνουν αξίες, ανεβάζουν μηδαμινότητες, προβάλλουν ημετέρους˙ όλα τα μαγειρεύουν όπως αυτές θέλουν. Δεξιές αριστερές όλες το ίδιο σκατό. Ακόμη και ο τελευταίος δημοσιογραφίσκος κάνει κακό στη λογοτεχνία μας – σκεφτείτε τι γίνεται με τους διευθυντές των συγκροτημάτων. Είμαι εναντίον των κλικών. Προωθούν τους δικούς τους, τους άλλους τους θάβουν. Όποιοι δεν προσκυνούν, καρατομούνται, κυριαρχούν οι γλείφτηδες και οι τζουτζέδες. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι το μέλλον ανήκει στα σκουπίδια. Είμαι εναντίον κάθε ιδεολογίας, σε οποιαδήποτε απόχρωση και αν μας την παρασέρνουν. Όσο ποιο γοητευτικές και πρωτοποριακές είναι οι ιδέες, τόσο ποιο τιποτένια ανθρωπάκια κρύβονται από πίσω τους. Όσο ποιο όμορφα τα λόγια τους, τόσο ποιο ύποπτα τα έργα τους. Αν σήμερα κυριαρχούν παραγοντίσκοι και τσανάκια, φταίει βέβαια το κολωχανείο, φταίνε όμως και οι δικές μας παραχωρήσεις και αδυναμίες. Και αν η λογοτεχνία μας κατάντησε σκάρτη, φταίει προπάντων η δική μας σκαρταδούρα.
Ντίνος Χριστιανόπουλος Απόσπασμα από συνέντευξη στο περιοδικό διαγώνιος το 1979